Για τον αλεξη

Για τον αλεξη
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Graffiti - Street Art. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Graffiti - Street Art. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6 Ιουλ 2010

Αφιέρωμα: Banksy

Πως γίνεται να γίνει κάποιος διάσημος χωρίς να έχει δει κανείς το πρόσωπό του; Κι όμως ο Banksy τα κατάφερε! Ολόκληρο το Λονδίνο έρχεται καθημερινά σε επαφή με τα εκθέματά του! Ο τύπος και το internet δεν έχουν σταματήσει να ασχολούνται με τα προκλητικά του έργα αλλά και με τον ίδιο.

Στα μοτίβα του συγκαταλέγονται "µπάτσοι" πίθηκοι, ποντίκια, επιγραφές, σήματα κυκλοφορίας, εμβληματικές μορφές των εικαστικών και της ιστορίας, η Τζοκόντα, ο Σκεπτόμενος του Ροντέν, ο Τσε, το κορίτσι του Μάι Λάι, και καθημερινές φιγούρες τής πόλης, πάνω σε τοίχους του Σόχο του Σαν Φραντσίσκο, στο ισραηλινό τείχος της Παλαιστίνης αλλά και στο Λούβρο, στην Τέιτ γκάλερι ή πάνω σε ζωντανά γουρούνια και αγελάδες.

Το αισθητικό αποτέλεσμα απρόβλεπτο, άμεσο, αποκαλυπτικό, γι’ αυτό και επιθετικό. Όσον αφορά την τεχνική του έχει υιοθετήσει ένα ύφος γραφής λιτό, µε το ελάχιστο κατά το δυνατόν εικαστικό φορτίο. Ένα σπρέι και δύο-τρεις φιγούρες τού αρκούν για να εκφραστεί και να προστατευτεί από τα κυνηγητά, το αυτόφωρο και τις διώξεις. Η επιλογή αυτή επιβάλλει πριν από κάθε γκράφιτι σαφείς προσανατολισµούς και άρτια τεχνική προετοιµασία.

Τα στένσιλ, των οποίων ο Banksy έχει αναδειχτεί δεινός χειριστής, ως µέθοδος αποτύπωσης έρχονται από την Ανατολή. Είναι ηµιδιαφανείς πλαστικές λουρίδες µε εγκοπές που σχηµατίζουν ψηφία, σύµβολα κάθε είδους και διευκολύνουν µε τη βοήθεια µιας γραφίδας τη χάραξη καθαρών και ευανάγνωστων ιχνογραφηµάτων. Ο καλλιτέχνης που επιθυµεί να αποτυπώσει µε στένσιλ κάτι περισσότερο από σηµειώσεις, οφείλει να οργανώσει το κενό και το πλήρες µιας ενιαίας επιφάνειας.

“Χρησιμοποιώ ό,τι χρειάζεται. Μερικές φορές αυτό σημαίνει να ζωγραφίσω ένα μουστάκι στο πρόσωπο ενός κοριτσιού σε κάποιο πίνακα διαφημίσεων και άλλες φορές να περνάω ατελείωτες ώρες πάνω από έναν περίπλοκο σχέδιο. Η αποτελεσματικότητα είναι το κλειδί.”

Ποιος είναι;

Ο γνωστός-άγνωστος Άγγλος καλλιτέχνης, πιθανότατα ονομάζεται Robert Banks, γεννήθηκε το 1974 και κατάγεται από το Yate, πόλη κοντά στο Bristol. Παρόλαυτα επικρατεί μια γενική αβεβαιότητα όσον αφορά την πραγματική του ταυτότητα και λεπτομέρειες για την ζωή του. Εντούτοις σύμφωνα με τον συγγραφέα Tristan Manco στο βιβλίο του Stencil Graffiti, γεννήθηκε το 1974 και μεγάλωσε στο Μπρίστολ της Αγγλίας. Είναι γιος ενός μηχανικού φωτοτυπικών μηχανημάτων, εκπαιδεύτηκε ως χασάπης αλλά γρήγορα αναμείχθηκε με την τέχνη των γκράφιτι την δεκαετία του ’80.



Ο Simon Hattenstone από την Guardian Unlimited είναι ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που τον έχει δει από κοντά και του έχει πάρει συνέντευξη. Τον περιγράφει ως ένα συνδυασμό του Jimmy Nail και του Βρετανού ράπερ Mike Skinner, “ένας 28χρονος άντρας που εμφανίστηκε φορώντας τζιν, με ένα ασημένιο δόντι μία ασημένια αλυσίδα και ένα ασημένιο σκουλαρίκι.” Οι γονείς του αγνοούν την πραγματική του ιδιότητα και πιστεύουν ότι είναι ζωγράφος και διακοσμητής.

Δράση και αντίδραση

Η φήμη του άρχισε να αποκτά μυθικές διαστάσεις όταν ξεκίνησε τις επιδρομές σε μερικά από τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου, στα οποία κρέμασε ανενόχλητος έργα του ανάμεσα στα εκθέματα και περίμενε να γίνουν αντιληπτά απ’ τους υπεύθυνους. Στις περισσότερες των περιπτώσεων έπρεπε να αποκαλυφθεί η «απάτη» στο site του, για να το πάρουν είδηση. Ορισμένα μάλιστα πλαστά εκθέματα πέρασαν στη συνέχεια στην ιδιοκτησία του μουσείου και συνεχίζουν να εκτίθενται κανονικά!

Η προσέγγιση του στα σύγχρονα προβλήματα, το στυλ και η εξυπνάδα του τον κάνουν μοναδικό. Το Σεπτέμβριο του 2006 παρουσίασε μία έκθεση σε μία βιομηχανική αποθήκη στο Λος Άντζελες με τίτλο “Σχεδόν νόμιμο”(Barely Legal). Το κεντρικό έργο ήταν ένας ζωντανός ροζ ελέφαντας ζωγραφισμένος έτσι ώστε να μοιάζει με ταπετσαρία για να αναδείξει βαριά προβλήματα όπως την φτώχεια. Προβλήθηκε επίσης και ένα φιλμ με μία από τις πιο πρόσφατες “αταξίες” του, την τοποθέτηση ενός ομοιώματος σε φυσικό μέγεθος κρατούμενου στην βάση Γκουαντάναμο σε ένα τραινάκι στην Ντίσνεϊλαντ.

Τον Φεβρουάριο του 2007 σε δημοπρασία που έγινε στον Οίκο Sotheby’s στο Λονδίνο, το έργο του “Bombing Middle England” πουλήθηκε για περισσότερο από 102.000 λίρες Αγγλίας, υψηλότερη τιμή που έχει δημοπρατηθεί ποτέ έργο του Banksy. Δύο ακόμη γκραφιτι του, Balloon Girl και Bomb Hugger στην ίδια δημοπρασία ξεπέρασαν τις προβλεπόμενες τιμές πώλησης. Ο ίδιος, βέβαια, περιορίζεται να σχολιάζει: «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι αγοράζετε αυτές τις βλακείες».

Λιγότερο γνωστή, ωστόσο, είναι μία σειρά έργων του που αποτελούν αντιγραφή γνωστών ή λιγότερο γνωστών έργων ζωγραφικής, τροποποιημένων έτσι ώστε να προσθέτουν σχόλια του καλλιτέχνη ή να ειρωνεύονται την αισθητική ή την ιδεολογία του πρωτοτύπου. Ο ίδιος τα ονομάζει «Crude Oils» και έκανε μία ομώνυμη έκθεση με αυτά τα έργα το 2005 στο Λονδίνο.

Τον περασμένο Σεπτέμβρη παρουσιάστηκε η έκθεση «Warhol Vs Banksy» στο κέντρο Hospital του Λονδίνου. Δίπλα στα δημοφιλέστερα έργα του Γουόρχολ τοποθετήθηκαν αντίστοιχα έργα του Banksy που ο ίδιος κατασκέυασε με τα σπρέι και τα στένσιλ του. Δίπλα στη Μέριλιν του Γουόρχολ παρουσιάζεται η «Κέιτ Μος» του Banksy και πλάι στην κομψή «βασίλισσα Ελισάβετ» του πρώτου κρέμεται η εκδοχή του δεύτερου που την απεικονίζει ως πίθηκο.

«Πρόκειται για δύο δημιουργούς που το έργο τους έχει επηρεάσει στον υπερθετικό βαθμό τη σύγχρονη κουλτούρα, ενώ οι δημιουργίες τους πωλούνται στις δημοπρασίες καταρρίπτοντας το ένα ρεκόρ μετά το άλλο». Η επιρροή του έργου τους στη σύγχρονη τέχνη είναι τεράστια. «Ακόμη κι αν ο Banksy σταματούσε σήμερα να ασχολείται με το γκράφιτι, είναι ήδη αργά. Το έργο του συνεχίζεται από τα νέα παιδιά που είναι ήδη επαγγελματίες στο χειρισμό των σπρέι και των στένσιλ», αναφέρει ο εκπρόσωπος του «The Hospital».


"Διασημότητα"

Τη λέξη celebrity (διασημότητα) τη μισεί, προτιμά τους άλλους χαρακτηρισμούς που του έχουν αποδώσει: «guerilla artist», «prankster», ή το πιο χαρακτηριστικό –και αγαπημένο του– «καλλιτέχνης του brandalism», όπου brandalism είναι ένας νεολογισμός που προκύπτει από τον συνδυασμό των λέξεων brand (εμπορικό σήμα) και vandalism (βανδαλισμός), και σημαίνει ακριβώς αυτό: τον βανδαλισμό των εμπορικών σημάτων, την πρακτική παράλλαξης εταιρικών σημάτων και διαφημιστικών σλόγκαν.

Ο ίδιος απεχθάνεται τους «επίσημους κύκλους της τέχνης». Λέει πως ο κόσμος των εικαστικών τεχνών είναι το τελευταίο μεγάλο καρτέλ του πλανήτη. «Η διαφορά των εικαστικών από τις υπόλοιπες μορφές τέχνης είναι ότι η επιτυχία δεν προέρχεται από το κοινό τους. Το κοινό γεμίζει τους συναυλιακούς χώρους και τα σινεμά. Τα βιβλία διαβάζονται από εκατομμύρια και οι δίσκοι ακούγονται από δισεκατομμύρια ανθρώπων. Όλοι μας επηρεάζουμε καθοριστικά την ποιότητα ενός μέρους της πολιτιστικής παραγωγής, όχι όμως και των εικαστικών τεχνών. Η τέχνη που βλέπουμε παράγεται από λίγους εκλεκτούς. Ένα μικρό γκρουπ παράγει, προωθεί, κατέχει, εκθέτει και αποφασίζει την επιτυχία στην τέχνη. Μόνο κάποιες εκατοντάδες ανθρώπων σε όλο τον κόσμο έχουν λόγο σ’ αυτό. Όταν πηγαίνεις σε μία γκαλερί, είσαι απλώς ο τουρίστας που κοιτάζει την τροπαιοθήκη κάποιων εκατομμυριούχων.»

Ο Βanksy για την Παλαιστινη

Αποκορύφωμα της καριέρας του ήταν η επίσκεψή του στη Δυτική Όχθη. Όπως ο ίδιος αναφέρει στο βιβλίο του, “Banksy – Ραδιενεργά Γκράφιτι”, εκδ. Μεταίχμιο, «η Παλαιστίνη βρίσκεται υπό ισραηλινή στρατιωτική κατοχή από το 1967. Το 2002, η ισραηλινή κυβέρνηση ξεκίνησε την ανέγερση ενός τείχους που διαχωρίζει τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη από το Ισραήλ, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου. Το τείχος επιτηρείται από μια σειρά φυλακίων και παρατηρητηρίων, έχει μήκος τριπλάσιο από το τείχος του Βερολίνου και αναμένεται να ξεπεράσει τα 700 χιλιόμετρα – δηλαδή την απόσταση Λονδίνου – Ζυρίχης. Η Παλαιστίνη είναι τώρα η μεγαλύτερη υπαίθρια φυλακή του κόσμου και ο απόλυτος προορισμός διακοπών για δημιουργούς γκράφιτι». Η κατασκευή του «Τείχους της Ντροπής», σε συνδυασμό με την αύξηση των ισραηλινών εποικισμών τα τελευταία χρόνια και τη γενικότερη ισραηλινή πολιτική της περικύκλωσης, των αποκλεισμών και των ελέγχων ασφαλείας, εντείνουν την οικονομική ασφυξία της περιοχής και κάνουν τη ζωή των Παλαιστινίων ανυπόφορη. Πρόκειται ουσιαστικά για περιοχές που κατοικούνται από «ελεύθερους πολιορκημένους Παλαιστίνιους», για ένα καθεστώς απαρτχάιντ.
Ένα περιστέρι της ειρήνης με αλεξίσφαιρο γιλέκο, ένα κοριτσάκι που κρατώντας μερικά μπαλόνια, ετοιμάζεται να πετάξει πάνω από το τείχος, ένα αγόρι που ζωγραφίζει μια σκάλα από σχοινί, ένα γιγαντιαίο ψαλίδι που κόβει το τείχος, μια ειδυλλιακή παραλία που ξεπροβάλλει απ’ τον σπασμένο τοίχο, ένα άλογο στο στάβλο είναι μερικά απ’ τα έργα του Banksy στην παλαιστινιακή πλευρά του τείχους που φανερώνουν το παράλογο της υπόθεσης. «Πόσο παράνομο είναι να βανδαλίζεις έναν τοίχο, όταν ο ίδιος ο τοίχος έχει θεωρηθεί παράνομος από το Διεθνές Δικαστήριο;», είχε πει.

















Δια στόματος Banksy:

«Όταν ήµουν δεκαοκτώ χρονών πέρασα µία ολόκληρη νύχτα προσπαθώντας να γράψω µε µεγάλους ασηµένιους χαρακτήρες τη φράση “ξανά καθυστερηµένο” στο πλάι ενός τρένου. Η βρετανική Αστυνοµία Μεταφορών έκανε την εµφάνισή της και στην προσπάθειά µου να ξεφύγω, έµπλεξα σε ένα θάµνο γεµάτο αγκάθια και καταξεσκίστηκα. Τα φιλαράκια µου κατάφεραν να φτάσουν στο αµάξι µας και να γίνουν καπνός. Έτσι πέρασα πάνω από µια ώρα κρυµµένος κάτω από ένα βαγόνι µε σκουπίδια, µε τη µηχανή να στάζει πάνω µου λάδια. Όσο ήµουν ξαπλωµένος εκεί, ακούγοντας τους µπάτσους να κόβουν βόλτες στις ράγες, συνειδητοποίησα ότι ήµουν αναγκασµένος να µειώσω στο µισό το χρόνο που χρειαζόµουν για να ζωγραφίσω, αλλιώς έπρεπε να σταµατήσω τα γκράφιτι. Ξαφνικά, κοιτάζοντας το στένσιλ που υπήρχε στον πάτο ενός ντεπόζιτου καυσίµων, συνειδητοποίησα ότι µπορούσα να κοπιάρω το στιλ και να δώσω στο κάθε γράµµα τις διαστάσεις που ήθελα» και συνεχίζει «Γύρισα σπίτι αργά τη νύχτα και τρύπωσα στο κρεβάτι δίπλα στο κορίτσι µου. Της είπα ότι εκείνη τη νύχτα είχα βιώσει µια αποκάλυψη και µου είπε να κόψω το ναρκωτικό που έπαιρνα, επειδή κάνει ζηµιά στην καρδιά».

Είπε, έγραψε:

•Τα γκράφιτι δεν είναι η πιο ευτελής μορφή τέχνης. Παρόλο που αναγκάζεσαι να γλιστράς σαν φάντασμα μέσα στη νύχτα και να λες ψέματα στην μαμά σου, η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για το εντιμότερο είδος τέχνης. Τα γκράφιτι δεν απευθύνονται στην ελίτ ούτε περιπλανούν, εκτίθενται σε μερικούς από τους καλύτερους τοίχους της πόλης και κανείς δεν ξενερώνει με την τιμή του εισιτηρίου.

•Οι τοίχοι ήταν ανέκαθεν το καλύτερο μέρος για να δημοσιεύσεις την δουλεία σου.

•Οι άνθρωποι που κάνουν κουμάντο στις πόλεις μας δεν καταλαβαίνουν τα γκράφιτι, επειδή πιστεύουν πως τίποτα δεν έχει δικαίωμα ύπαρξης αν δεν αποφέρει κέρδος. Όμως αν το μοναδικό πράγμα που έχεις σε εκτίμηση είναι το χρήμα, τότε η γνώση σου δεν έχει καμία αξία.

•Λένε ότι τα γκράφιτι τρομάζουν τους ανθρώπους και αποτελούν δείγμα κοινωνικής παρακμής, όμως τα γκράφιτι κρύβουν κινδύνους μόνο για τους πολιτικούς τα στελέχη των διαφημιστικών και τους γκραφιτάδες.



•Αυτοί που ρυπαίνουν στ αλήθεια τις γειτονιές μας είναι οι διαφημιστικές εταιρείες που μουτζουρώνουν κτίρια και λεωφορεία με τα τεράστια σλόγκαν τους, προσπαθώντας να μας κάνουν να νιώθουμε ανεπαρκείς αν δεν αγοράσουμε τα προϊόντα τους. Επιδιώκουν να σου φωνάξουν κατάμουτρα το μήνυμά τους από οποιαδήποτε διαθέσιμη επιφάνεια, αλλά χωρίς να σου επιτρέπεται ν απαντήσεις. Ε, λοιπόν εκείνοι ξεκίνησαν τον πόλεμο και οι τοίχοι είναι το όπλο που διαλέξαμε για την αντεπίθεσή μας.

•Μερικοί άνθρωποι γίνονται αστυνομικοί επειδή θέλουν να κάνουν τον κόσμο καλύτερο. Άλλοι γίνονται βάνδαλοι επειδή θέλουν να κάνουν τον κόσμο να δείχνει καλύτερος.

•Μου αρέσει να πιστεύω ότι έχω τα κότσια να υψώσω το ανάστημά μου σε μια δημοκρατία της Δύσης και να μιλήσω ανώνυμα για πράγματα στα οποία κανείς άλλος δεν πιστεύει- όπως η ειρήνη, η δικαιοσύνη και η ελευθερία.

•Μερικοί άνθρωποι εκπροσωπούν τις αρχές χωρίς να διαθέτουν ούτε μία.

•Δεν υπάρχει εξαίρεση στον κανόνα που λέει ότι όλοι πιστεύουν πως αποτελούν εξαιρέσεις στον κανόνα.

•Αν υπάρχει ένα άγαλμα στο κέντρο της πόλης, μπορείς να το προσπερνάς κάθε μέρα στο δρόμο πηγαίνοντας για το σχολείο χωρίς ποτέ να το παρατηρήσεις σωστά. Αλλά μόλις κάποιος τοποθετήσει έναν κώνο κυκλοφορίας στο κεφάλι του, έχεις δημιουργήσει το δικό σου γλυπτό.


•Όλοι οι καλλιτέχνες είναι διατεθειμένοι να υποφέρουν για το έργο τους, αλλά γιατί τόσοι λίγοι είναι διατεθειμένοι να μάθουν να ζωγραφίζουν;

•«Δεν υπάρχει περίπτωση να πάρετε δήλωση από μας για να την χρησιμοποιήσετε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου σας- δήλωση του Εκπρόσωπου Τύπου της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου που αναγράφεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου «Banksy ραδιενεργά γκράφιτι» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μεταίχµιο» µε µετάφραση και επίµετρο του Αλέξη Καλοφωλιά.

Επίσης Ο Banksy έχει εκδώσει διάφορα βιβλία που περιέχουν φωτογραφίες της δουλειάς του σε πολλές χώρες καθώς και έργα του σε καμβάδες που συνοδεύονται από δικά του γραπτά όπως: Banging your head against a Brick Wall, Existencilism, Cut it Out, Banky’s Bristol: Home Sweet Home, Banksy Locations and Tours, Wall and Piece.



Πηγές: http://libromag.gr/, http://culture.anampa.gr/ , http://somethingdigital.blogspot.com/

4 Ιουλ 2010

«Νο money, just honey»

Ενα διάλειμμα έκαναν. Γιατί τους άρεσε η ιδέα -για μια φορά- της συνύπαρξης σ' έναν κοινό χώρο και το θέμα, η σημερινή οικονομική κρίση. Επτά street artists (οι Σωκράτης Αργείτης, Αλέξανδρος Βασμουλάκης, iNo, Jamer, Δημήτρης Ταξής, Παύλος Τσάκωνας και Βαγγέλης Χούρσογλου) άφησαν για λίγο την ελευθερία των δρόμων της πόλης και στριμώχτηκαν σε... μια γκαλερί για χάρη μιας ομαδικής έκθεσης με τίτλο «Νο money, just honey». Μετά πήραν τα σπρέι και τα πινέλα τους κι επέστρεψαν εκεί όπου ανήκει η δουλειά τους - στο δρόμο. Πέντε από αυτούς μας εξηγούν γιατί δεν δελεάστηκαν από Σειρήνες. Την ώρα που όλο και περισσότεροι διάσημοι πια συνοδοιπόροι τους στο εξωτερικό ανακαλύπτουν το honey στο money...

«Στο δρόμο ένα έργο αποκτά άλλη δύναμη και πνοή»

Επέλεξε τα γκράφιτι από οποιαδήποτε άλλη εκφραστική τέχνη, γιατί πιστεύει ότι είναι η πιο δημιουργική και ενεργειακή επικοινωνία. Χρησιμοποιεί κυρίως σπρέι, αλλά και οτιδήποτε άλλο βρεθεί μπροστά του. Αρκεί, όπως λέει, να τον βοηθά σε αυτό που θέλει να εκφράσει. Το κοστολόγιο των βασικών υλικών ποικίλλει, ανάλογα με την επιφάνεια που θέλει να εικονογραφήσει. Αλλο τού στοιχίζει ένας τοίχος δύο μέτρων και άλλο μια επιφάνεια που μπορεί να φτάνει τα 50 μέτρα. Δεν δουλεύει σε συγκεκριμένες περιοχές. Επιλέγει κάθε φορά αυτήν που θα του «γυαλίσει» περισσότερο στο μάτι. Η αισθητική του χώρου παίζει, επίσης, μεγάλο ρόλο. Είναι διαφορετικό, υποστηρίζει, να δεις ένα έργο ατόφιο, ξεκομμένο από το περιβάλλον. Και εντελώς διαφορετικό να το δεις σε σχέση με τους οικοδομικούς όγκους που το περιβάλλουν. Πιστεύει πως κάτι τέτοιο δίνει στο έργο εντελώς διαφορετική δύναμη και πνοή. Στο ερώτημα αν τα γκράφιτι είναι τέχνη ή βανδαλισμός, απαντά ότι εξαρτάται από ποια πλευρά το βλέπει κανείς. «Μπορεί να βάψεις μια τράπεζα ή να κάνεις γκράφιτι στην πρόσοψη ενός σπιτιού και αυτό να είναι τέχνη. Μετά... ποιος ορίζει τι είναι βανδαλισμός; Ο νόμος. Αν κάνεις ένα έργο σε δημόσιο χώρο, ακόμα και η Μόνα Λίζα να είναι, θα πας μέσα για βανδαλισμό».
iNO


«Στο δρόμο γίνεσαι στελθ, αόρατο, για να μη σε πιάνουν τα επικίνδυνα ραντάρ»

Αρχισε να κάνει γκράφιτι για δύο λόγους. Το είχε απωθημένο επειδή μεγάλωσε σε νησί και όχι σε μεγάλη πόλη, όπου θα μπορούσε κυρίως να ασχοληθεί με την τέχνη του δρόμου. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με... ψυχοθεραπευτικούς σκοπούς. Βρέθηκε στην κρίσιμη φάση να αποφασίσει τι θα κάνει ως εικαστικός καλλιτέχνης. Το εμπορικό κομμάτι της τέχνης τον εγκλώβιζε, τα γκράφιτι τον απελευθέρωναν. Επέλεξε να κάνει εντελώς δικά του πράγματα και να τα προσφέρει δωρεάν στο κοινό.

Δουλεύει με έντονα ακρυλικά χρώματα πάνω σε χαρτί του μέτρου που το κολλάει στον τοίχο. Παρά τα «ταπεινά» υλικά που χρησιμοποιεί, τα έργα του έχουν ανέλπιστα μεγάλη διάρκεια ζωής χάρη στην... αντοχή της αλευρόκολλας! Για να παρατείνει τη διάρκειά τους, τα κολλάει όσο πιο ψηλά μπορεί στους τοίχους, ώστε να μην τα ξεκολλάνε και τα παίρνουν μαζί τους οι (περαστικοί) θαυμαστές της δουλειάς του. Αφήνει τα «ίχνη» του στο κέντρο της πόλης και πέριξ της γειτονιάς του, στον Κεραμεικό - που είναι, όπως λέει, μια μεγάλη υπαίθρια γκαλερί γι' αυτό το είδος της τέχνης.

«Οταν αποφασίσεις να δουλέψεις στο δρόμο, κάνεις το μεγάλο βήμα» μας λέει. «Αντιμετωπίζεις προκλήσεις που σε αλλάζουν. Γίνεσαι στελθ κανονικό, και μάλιστα αόρατο, για να μη σε πιάνουν τα επικίνδυνα ραντάρ!»
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΑΡΓΕΙΤΗΣ


«Αλλο τα έργα που κρέμονται στον τοίχο κι άλλο αυτά που γίνονται πάνω σε τοίχους»




Ξεκίνησε με τα... ορίτζιναλ γκράφιτι (συμπλέγματα γραμμάτων και λέξεων) όταν ήταν 17 ετών. Σήμερα πια δεν ασχολείται με αυτό το είδος της «κλασικής» τοιχογραφίας. Προτιμά να ζωγραφίζει σε χαρτί, να τυπώνει τις συνθέσεις του και να κολλά τα έκτυπα σε κάποια πολυσύχναστα περάσματα της πόλης.

Ψάχνει για «καθαρές» επιφάνειες, ώστε να μη χαλάσει τις δουλειές άλλων καλλιτεχνών που προηγήθηκαν, αλλά και για έναν ακόμα λόγο: να είναι αυτός που θα πάρει την «παρθενιά» του τοίχου. Μεγάλο ρόλο στις επιλογές του παίζει και ο ευρύτερος χώρος της περιοχής. Θεωρεί τα γύρω κτήρια κορνίζα που πλαισιώνει κάθε έργο του, ζητώντας από τους περαστικούς να το δουν σαν μια ψηφίδα στο πολύχρωμο μωσαϊκό της πόλης.

Στην ερώτηση πόσο άνετα μπορεί να νιώσει η υπαίθρια τέχνη του δρόμου... στεγασμένη μέσα σε μια αίθουσα τέχνης, με αφορμή την έκθεση «Νο money, just honey» στην οποία συμμετέχει, έχει ξεκάθαρη άποψη: «Αλλο πράγμα είναι μια αίθουσα τέχνης και εντελώς διαφορετικό πράγμα ο δρόμος. Οταν ένα έργο μπαίνει σε μια γκαλερί αλλάζει εντελώς η αισθητική και το νόημά του. Αυτά που κρεμάς στους τοίχους δεν έχουν σχέση με αυτά που γίνονται πάνω στους τοίχους. Από τη στιγμή που βάζεις το ταμπελάκι με την τιμή επάνω, μιλάμε για ένα τελείως διαφορετικό πράγμα».
ΠΑΥΛΟΣ ΤΣΑΚΩΝΑΣ

«Εκθέτεις και εκτίθεσαι την ίδια στιγμή»

Κάνει γκράφιτι για να τα δουν όσο το δυνατόν περισσότεροι και για να μοιραστεί μαζί τους κάποια πράγματα. Χρησιμοποιεί κυρίως σπρέι, πλαστικά χρώματα και πινέλα. Αποφεύγει να δουλεύει με ακριβά υλικά για λόγους οικονομίας, αλλά και επειδή πιστεύει ότι «το ράσο δεν κάνει τον παπά».

Η δύναμη του μηνύματος, υποστηρίζει, δεν εξαρτάται από την ποιότητα των υλικών. Περιοχές του είναι το κέντρο της πόλης και κυρίως εκεί όπου κινείται καθημερινά, από Σύνταγμα μέχρι Πετράλωνα. Προτιμά να δουλεύει σε επιφάνειες που δεν έχουν «γράψει» άλλοι, επειδή δεν θέλει να χαλάσει τα έργα τους και επειδή θέλει να σηματοδοτήσει την περιοχή με τα δικά του έργα. «Ο καλλιτέχνης εκθέτει και εκτίθεται την ίδια στιγμή» μας λέει. «Δεν βγάζει το πρόσωπό του έξω. Βάζει μόνο την υπογραφή του, προβάλλει το στυλ του και καταθέτει τις ιδέες του. Είναι πολύ πιο δύσκολο να το κάνεις εκτεθειμένος στο δρόμο, αντί για την "ασφάλεια" που σου δίνουν το εργαστήριο και το καβαλέτο. Την ώρα που δουλεύεις έχεις πολλά ερεθίσματα. Περνάει ένας, σου πετάει κάτι, μια γιαγιά σού λέει κάτι άλλο, ένας τρίτος έρχεται και σου σφίγγει το χέρι, ανάμεικτα πράγματα. Δρόμος είναι, και ο δρόμος σού φέρνει ό,τι να 'ναι.

Στο τέλος μπορεί και να... σε μαζέψουνε, τελειώνοντας εκεί τη δουλειά».
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΟΥΡΣΟΓΛΟΥ


«Επέμβαση για το δρόμο, όχι στο δρόμο»

Προτιμά να ορίζει την τέχνη του ως «παρέμβαση δρόμου» και ασχολείται μ' αυτό γιατί τον ενδιαφέρει η ευρύτερη δυνατή επικοινωνία με τον κόσμο, κάτι που δεν μπορεί να του προσφέρει ο -κλειστός- χώρος (και το «κλειστό» φιλότεχνο κοινό) μιας γκαλερί.

Του αρέσει να κρύβεται πίσω από την ανωνυμία, επιτρέποντας στους περαστικούς να «κάνουν παιχνίδι», να βάλουν τη φαντασία τους να δουλέψει, να σκεφθούν τα δικά τους βλέποντας τις εικόνες του. Μπογιές, πινέλα, χρώματα και λιγότερο τα σπρέι είναι τα βασικά εργαλεία του. Επίσης, φιγούρες στο χαρτί που τις «ξεγυρίζει» και τις κολλάει σε τοίχους. Δουλεύει στην περιοχή όπου μένει, γύρω από τα στέκια όπου συχνάζει και όπου τον πάνε τα ταξίδια του. Αναζητά γενναιόδωρες λευκές επιφάνειες τοίχων, αλλά και ερείπια σπιτιών που προσφέρονται για εικαστικές επεμβάσεις. Κάτι που, όπως επισημαίνει, έχει γίνει της μόδας τον τελευταίο καιρό. «Η δικιά μας γενιά έχει ξεπεράσει τις παιδικές αρρώστιες του γκράφιτι» τονίζει.

«Δεν κοιτάμε να ανταγωνιστούμε ο ένας τον άλλο, να "σβήσουμε τους αντιπάλους" από το χάρτη. Αυτά τα κάνει η νεότερη γενιά, τα "γκραφιτάκια", που σκοτώνονται ποιος θα βάψει περισσότερους τοίχους ή βαγόνια τρένων. Για εμάς αυτά έχουν τελειώσει. Μιλάμε πια για αισθητική επέμβαση. Επέμβαση "για το δρόμο", και όχι "στο δρόμο"».
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΑΞΗΣ



ΑΠΟ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΣΤΗΝ ΓΚΑΛΕΡΙ

Οταν ο Νόρμαν Μέιλερ το '74 στο περίφημο βιβλίο «The faith of graffiti» πίστευε ότι τα γκράφιτι στους δρόμους της Νέας Υόρκης που συνόδευαν την έκδοση ήταν αντίστοιχης καλλιτεχνικής αξίας με τους πίνακες του Τζιότο, που σημάδεψαν την Αναγέννηση, σίγουρα δεν φανταζόταν μια τέτοια εξέλιξη για την τέχνη του δρόμου.
Οπως τώρα, που τα «έργα του δρόμου» στολίζουν τους τοίχους της Tate Modern στο Λονδίνο και φημισμένες γκαλερί ανοίγουν τις πόρτες τους στους καλλιτέχνες των γκράφιτι.

Γιατί όχι; Για όσους εξαντλούσαν το ταλέντο τους μόνο τη νύχτα στους δρόμους των μητροπόλεων, κυνηγημένοι από τους μπάτσους, είναι μια επιβράβευση. Ο πιο δημοφιλής, άλλωστε, ο Banksy, ο ανώνυμος graffiti artist, μπορεί να βλέπει με ικανοποίηση τα «αντάρτικα» έργα του να πουλιούνται στο ebay, σε διαδικτυακή δημοπρασία, για χιλιάδες δολάρια. Οπότε η άποψη του Μέιλερ δεν φαντάζει πια και τόσο προβοκατόρικη. Μάλλον διορατική αποδεικνύεται.
Είτε «επαναστατική τέχνη» είτε βανδαλισμός, όπως το έλεγαν στο παρελθόν, πριν οι έμποροι τέχνης αποφασίσουν να το επαναφέρουν ως προϊόν, το γκράφιτι, τις τελευταίες τουλάχιστον δεκαετίες, πάντα έκρυβε μιαν αντίφαση. Από τη μια, κουβαλούσε τη ριζοσπαστική κληρονομιά που ξεκινάει από τα συνθήματα στους τοίχους που έγραφαν οι επαναστάτες στις αρχές του αιώνα. Από την άλλη, υπήρξε και ως πανδαισία των χρωμάτων στα έργα του Ζαν Μισέλ Μπασκιά, που θάμπωσε το κατεστημένο της εποχής του. Κάπως έτσι βάδισε η τέχνη του δρόμου. Με τον Μάο να πιστεύει στην αξία της προπαγάνδας στο τοίχο. Και τον ευφυή Γουόρχολ να επιβάλλει ως πρωτοπορία τον ταλαντούχο Αϊτινό.

Η ιστορία του γκράφιτι στις δυτικές μητροπόλεις είναι λίγο-πολύ γνωστή. Ολοι αναφέρονται στον άγνωστο (ελληνικής μάλλον καταγωγής) Taki183 όπου όργωνε τον υπόγειο της Νέας Υόρκης αφήνοντας το σημάδι του. Το 1971 τον ανακάλυψε η «New York Times» και χάρη στη δημοσιότητα άνοιξε ο δρόμος για τους επιγόνους του. Αλλά στις αρχές του αιώνα οι ντανταϊστές είχαν αντιληφθεί ότι «η ζωή και η τέχνη είναι ένα, ο αληθινός καλλιτέχνης δεν ζωγραφίζει, δημιουργεί άμεσα». Δεν κήρυτταν απλώς το θάνατο της τέχνης, επιθυμούσαν να βγει από τα αποστειρωμένα μουσεία και να κυριεύσει τους δρόμους. Οπως οι κληρονόμοι τους, τον Μάη του '68, που ήξεραν πόση δύναμη είχε ένα σύνθημα στον τοίχο - το γνωστό, για παράδειγμα, «η πλήξη είναι αντεπαναστατική» που συνοδευόταν από το άτεχνο σκίτσο μιας τηλεοπτικής οθόνης.



Αλλά στην Αμερική η κατάσταση ήταν πάντα πιο περίπλοκη. Το γκράφιτι, στιγματισμένο ως σημάδι των συμμοριών που οριοθετούσαν την περιοχή τους, αλλά και ως καταστροφή δημόσιας περιουσίας, συνδέθηκε με το πρώιμο χιπ χοπ και μπήκε όπως και η μουσική στην αγορά πολύ γρήγορα. Η αντίφαση εδώ φαίνεται, από τη μια, στις διοικήσεις των σχολείων που ζητούν από ομάδες γκράφιτι να ζωγραφίσουν τους τοίχους των κτηρίων και, από την άλλη, σε έναν απαρχαιωμένο νόμο που περιλαμβάνει ποινές φυλάκισης των «βανδάλων» ώς και 5 χρόνια.

Στη Νέα Υόρκη ήταν ακόμα πιο ακραία. Οταν τα έργα του πρόωρα χαμένου Μπασκιά μοσχοπουλούνταν από τις τρέντι γκαλερί, η μεγάλη μητρόπολη των ΗΠΑ

εφάρμοζε το νόμο της μηδενικής ανοχής, με τις συλλήψεις και φυλακίσεις πιτσιρικάδων που έβαφαν τους τοίχους της. Ενώ, απ' την άλλη, κάποιες πολυεθνικές (όπως η ΙΒΜ) πλήρωναν ομάδες να κάνουν γκράφιτι για τα προϊόντα τους - στο πλαίσιο μιας επιθετικής διαφημιστικής εκστρατείας.

Τώρα το γκράφιτι βρίσκεται σε μια παράδοξη φάση. Σε ό,τι αφορά τη φιλοσοφία του, ο Banksy πια ξεμπερδεύει με το προκλητικό: «Κάποιοι θέλουν να γίνουν μπάτσοι για να κάνουν τον κόσμο μας ένα καλύτερο και πιο ασφαλές μέρος. Και κάποιοι άλλοι θα γίνουν βάνδαλοι επειδή θέλουν να κάνουν τον κόσμο ένα πιο όμορφο μέρος».

Με άλλα λόγια, να ζωγραφίσουν την πόλη χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν και πολύ περισσότερο στους κάθε είδους σπόνσορες. Επιστρέφοντας έτσι στον Μέιλερ, ο Τζιότο πέτυχε το σκοπό του όχι επειδή μπήκε στην γκαλερί Ουφίτσι, αλλά επειδή με το πινέλο του νίκησε τις προκαταλήψεις της εποχής του, διαμορφώνοντας μια νέα αισθητική.

Σ' αυτήν την εποχή, που από τη μια το γκράφιτι συμβολίζει «την παρακμή της κοινωνίας» και από την άλλη φέρνει κέρδος σε όσους επενδύουν στην «πρωτοπορία», ο κλήρος πέφτει στους καλλιτέχνες να αποδείξουν αν ο δρόμος μπορεί να είναι πιο ριζοσπαστικός από τις γκαλερί. Αν, δηλαδή, μπορεί κανείς με ένα σπρέι να χαράξει μια νέα αισθητική σε πείσμα όσων υπερασπίζονται τον λευκό τοίχο. Αλλωστε, όπως το βεβαιώνει και ο Banksy, το πεδίο μάχης παραμένουν οι τοίχοι της μητρόπολης.





Πηγή: http://www.enet.gr/